Μενού
Ένα μεσημέρι στην Καρύταινα
«Πλάστηκες τα Άνω να οράς.
Κι όμως εσύ γογγύζεις και πονάς, Άνθρωπε πληγωμένε.
Το πιο όμορφο, το πιο ακριβό Δώρο του Θεού σε σένα, η Σκέψη .
Κι εσύ;
Πώς άφησες και γίνηκε, μια λερωμένη μολυβιά,
σελίδα τετραδίου τσαλακωμένη;
Θάμπωσε η ματιά σου, αθυμίας η ζάλη, γίνηκαν οι λόγοι σου,
τάραχος των Παθών τα σωθικά σου.
Βουβό το κλάμα σου, μυστικό το αναφιλητό σου,
αόρατη η ζωή σου, το πέρασμά σου από αυτήν, η ύπαρξή σου.
Με απόγνωση γυρεύεις, κλάδο ελαίας να κρατηθείς,
τον κλύδωνα να κατευνάσεις, τα σκαλοπάτια που ποθείς
θέλεις να τ΄ανεβείς.
Κι όλο νιώθεις πως βουρκώνεις.
Μα όλο ο νους επιμένει, και λαχταρά να ανυψωθεί,
και θέλει να ευωδιάσει όπως και τότε ...
Να ευωδιάσει με βασιλικό και δυόσμο, που έφτιαξε ο Θεός τον Κόσμο.
Κι ανέπαφος να ξαναγίνει από Καιρούς και Χρόνους, κακούς και πονηρούς.
Κρατήσου και ανέβα, ψυχή πληγωμένη κι ας είναι τραχιά η ανηφόρα.
Κι αν διψάσεις ψυχή μου,κοίτα τον πίνακα που ζωγράφιζες και δροσίσου.
«Η θάλασσα είναι ακόμα γαλανή».
Κι αν κουραστείς ψυχή μου, κοίτα τον πίνακα που χρωμάτισες και ξεκουράσου.
Ο ουρανός είναι ακόμα γαλανός».

                                                              Τ.Β.Μ

ΥΓ Ένα μεσημέρι στην Καρύταινα, που ακούγονταν μόνο οι κουβέντες των πουλιών και των ψυχών.