Μενού
Στην σκιά του Μυστρά

Μυστράς. Μια πέτρινη κι απόκρημνη ανηφόρα κάτω από τα βήματά μας. Ερείπια επιβλητικά, επάλξεις λουλουδιασμένες, εκκλησιές με αρμονικές διαστάσεις, μικρούς και μεγάλους τρούλους και κίονες φτιαγμένοι από μάρμαρο.

Συντροφιά στον ανήφορο του χρόνου, ο ήλιος ο παντοκράτορας, τα πουλιά τα κρυμμένα, η παρηγόρια του δροσερού καταβάτη αγέρα, η σιωπή η δική μας, η σιγή των αιώνων. ‘Αλλη δίψα δε νιώθαμε  όλη την ώρα, σε τούτο τον καυτό ανήφορο, πάρα μόνο τη δίψα της καρδιάς μας. Αυτήν ακούγαμε, να ζητά με χτύπους δυνατούς, σαν καλπασμούς περήφανου αλόγου, της γενιάς της το αθάνατο νερό.

Και κάθε τόσο, τη νιώθαμε που διέκοπτε τούτους τους χτύπους, εμπρός στο δέος της πελώριας καστροπολιτείας, που τα μάτια μας θωρούσαν. Ακούγαμε τότε την ιστορία αυτής της ερημιάς, για τους Φραγκους, τους Κατακουζηνούς και τους Παλαιολόγους, κι ήταν αυτή που έσβηνε όλες τις δίψες του κόσμου, και έδενε φτερά στα πόδια μας και τη νιότη χάριζε στην στράτα μας, και τη ματιά μας στίλβωνε και την ψυχή μας μαζί. Κι όταν τα βήματα οδηγούνταν μέσα στις εκκλησιές, τη Μητρόπολη που λειτουργούσε κι εκεί μαρτύρησε ο Δεσπότης ο Ανανίας,  την Οδηγήτρια, την Παντάνασσα την ασημωμένη, την Περίβλεπτο και βλέπαμε που όλες τους έστεκαν αγέρωχες στην άφθορή τους δόξα, τα μάτια μας θωρούσαν στους τοίχους επάνω, όλους τους Αγίους, μισοσβησμένους και μπαλωμένους, να μαρτυρούν το πολύαθλό τους κάλλος τους και του Θεού το κλέος.

Στης Παναγιάς της Περιβλέπτου τον ναό, ήταν όλοι τους οι ‘Αγιοι στρατιώτες, που’μοιαζαν λέει, να φυλούν από κει ψηλά όλο το Δεσποτάτο. Στις δυο τις πόρτες, φύλαγε από τη μια ο‘Αγιος Γιώργης και από την άλλη ‘Αϊ Δημήτρης με τον Άϊ Μηνά.

Κανείς τους όμως, από τους τρεις, δεν ήταν στρατηλάτης. Σαν να'χαν κατέβει έμοιαζαν, από τα άλογά τους για να’μπουν μες στην εκκλησιά και να μείνουν εκεί με τους αιώνες, κρατώντας δίστομα σπαθιά, γιατί ήθελαν, λέει, έτσι να φυλούν, του Χριστού την πίστη τη Αγία.  Κι άμα κάνεις και σηκώσεις το κεφάλι και κοιτάξεις ψηλά στον τρούλο τον βαθύ, εκεί είναι που βλέπεις τον Παντοκράτορα να ευλογά, την Πλατυτέρα να πρεσβεύει και τους Αγγέλους να υπηρετούν και του Θεού το θέλημα να πράττουν και τους τέσσερεις τους Ευαγγελιστές να γράφουν τις γραφές και ευαγγέλιά τους.

Κι όλοι τους, όπως τους κοιτάς είναι  λουσμένοι με το φως, που μέσα από του τρούλου τα παραθύρια τρυπώνει κι ενώνεται με τον Δημιουργό κι όλα τα πλάσματά του.

 Μέσα από της μνήμης τις ξερολιθιές, δυο άντρες βλέπουν τα μάτια μας να ξεπηδούν και σε τούτο τον τόπο να συναντώνται. Τον Κόντογλου και τον Καζαντζάκη. Κι ύστερα από τούτο το αντάμωμα ο Καζαντζάκης γράφει:

"Ψηλά στόν τρισχαριτωμένο ναό τής Περιβλέπτου, ανάμεσα από αβέβαιες επικίνδυνες σκαλωσιές, ανάερα κρεμασμένος σάν πολυέλαιος τής εκκλησιάς, μέ τήν άσπρη εργατική μπλούζα του, μέ τήν παλέτα καί τό πινέλο στά χέρια, στρογγυλοπρόσωπος κι εκστατικός, πρόβαλε καλοσωρίζοντάς με ο Κόντογλου. Ποτέ δέν είδα αυτόν τόν άνθρωπο, χωρίς νά σκιρτήσει η καρδιά μου. Στό δρόμο περνώντας, βλέπεις χιλιάδες ανθρώπους καί λές: νεκροταφείο κινούμενο είναι ο δρόμος. Όλοι τούτοι πέθαναν ή θά πεθάνουν. Σάν τά πρόβατα, σάν τίς όρνιθες, καταχτυπούν μιά στιγμή τίς σκόνες καί τά πεζοδρόμια κι ύστερα θά χαθούν, σάν νά μήν υπήρξαν ποτέ τους. Καί ξάφνου βλέπεις έναν καί τινάζεσαι χαρούμενος. Λές: τούτος δέν θά πεθάνει. Τούτος έχει ψυχή, πιάνει τήν ύλη καί τήν κάνει πνεύμα, τού δόθηκε μιά στάλα εφήμερη ζωή καί τήν κάνει αθανασία… τά μάτια του λάμπουν ευχαριστημένα κι είναι τά χέρια του γεμάτα ανυπομονησία καί δύναμη. Γιατί ξέρει πως εχτελεί το χρέος του. Πάλεψε πολύ στη ζωή του, πόνεσε, μα τα εφήμερα δε μπόρεσαν να τον λυγίσουν, πώς να λυγίσουν έναν άνθρωπο που πιστεύει στο Θεό; Κι όταν τον παρασφίξει η πίκρα, αρχινάει και ψέλνει θριαμβευτικά ένα τροπάρι:

Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια… ή Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία… Κι η πίκρα ξορκίζεται, κι η γης μετατοπίζεται, κι ο Κόντογλου με τα δαχτυλίδια του, με το καρέ παλτό του, με τα σγουρά μαλλιά του, με τα μεγάλα του μάτια, μπαίνει αλάκερος στην Παράδεισο. Μου φάνηκε σήμερα που μπήκα, ύστερα από τον βαρύν ήλιο, στο δροσερό εκκλησάκι της Περίβλεπτος, πως ο Κόντογλου ήταν κιόλας στη μέση της Παράδεισος. Γύρα του ήταν όλοι οι άγγελοι κι οι αρχάγγελοι, από τις ρίζες ως την κορφή οι τοίχοι ήταν πολύχρωμα, πολύτιμα ζωγραφισμένοι, σαν παλιά κουρελιασμένα γεμάτα κεντίδια μεταξωτά. Μια καλόγρια με μυστρί καλαφάτιζε τους τοίχους, δυο νέοι βοηθοί σκυμμένοι έξυναν τους σοβάδες, αμίλητοι, με θρησκευτική προσοχή, πολεμώντας να βρουν κάτω από τους ασβέστες τα χέρια, τα γένια, τα γαλήνια μάτια κανενός αγίου. Από σκαλωσιά σε σκαλωσιά, ο Κόντογλου με παίρνει από το χέρι και με οδηγάει στην Παράδεισό του…τά μάτια του λάμπουν κι είναι τά χέρια του γεμάτα ανυπομονησία καί δύναμη".

  Κι όταν ο ήλιος του Μυστρά, άφησε κάτω τα κοντάρια του και πήρε να κατηφορίζει μαζί μας, που αφήναμε πίσω μας το Δεσποτικό, τους Κατακουζηνούς και τους Παλαιολόγους κι όλην ετούτη την τεράστια κυψέλη με το μέλι του ελληνισμού, τις καρδιές μας τις νιώσαμε ξεδιψασμένες, τις ματιές χορτάτες και τις ψυχές να αγάλλονται για ετούτη την Καστροπολιτεία που ζει μέσα στων αιώνων τη σιωπή, με την κάθε της πέτρα να λαλεί την Ελλάδα και την Ορθοδοξία. 

                                                                                                                         ΤΒΜ