Μενού
Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου

Πόσο σύντομη και γνωστή η σημερινή παραβολή, και όμως, το μήνυμά της ηχηρό, γεμάτο πρόκληση…

Κι αποδεικνύεται ηχηρό σε κάθε του λέξη: δύο άντρες μπαίνουν μέσα στον Ναό – σ’ ένα κόσμο χαμένο για τον Θεό, ο ιερός χώρος του Ναού, ανήκει αποκλειστικά σ’ Αυτόν, είναι δικό Του ιερό Βασίλειο.

Ο ένας απ’ τους άντρες προσχωρεί τολμηρός στο εσωτερικό, και παίρνει θέση μπροστά στον Θεό· ο άλλος έρχεται, αλλά δεν τολμά καν να διαβεί το κατώφλι – είναι αμαρτωλός, και ο τόπος είναι άγιος, όπως εκείνος γύρω από την Καιομένη Βάτο, στην έρημο, όπου ο Μωυσής δεν μπορούσε να εισέλθει χωρίς να βγάλει τα υποδήματά του, δηλαδή χωρίς να διακατέχεται από λατρεία και φόβο Θεού.

Και πόση διαφορά στα λόγια τους!

Ο Φαρισαίος εμφανώς δοξάζει τον Θεό, Τον υμνεί – αλλά για ποιο πράγμα;

Μα, διότι έφτιαξε έναν άνθρωπο σαν κι αυτόν, τόσο άγιο, τόσο άξιό Του· έναν άνθρωπο που όχι μόνο τηρεί όλες τις διατάξεις του Νόμου, αλλά προχωρεί και πέραν αυτών, πέραν όσων ο Θεός εντέλλεται και αναμένει από τον άνθρωπο.

Πράγματι, στέκεται ενώπιον του Θεού, δοξάζοντάς Τον, επειδή αυτός, ο Φαρισαίος, είναι τόσο θαυμάσιος, ώστε να αποτελεί τη δόξα και τη λαμπρότητα και την αποκάλυψη της αγιότητας του Θεού.

Ο Τελώνης δεν τολμά να μπει στον ιερό χώρο του Θεού.

Και η παραβολή είναι σαφής:

εκείνος που ήρθε και στάθηκε συντετριμμένος, γεμάτος ντροπή για τον εαυτό του, γνωρίζοντας ότι είναι ανάξιος να μπει στον ιερό αυτό χώρο, επιστρέφει στον οίκο του συγχωρημένος, αγαπώμενος, συνοδευόμενος ουσιαστικά από τον ίδιο τον Θεό, που ήρθε στον κόσμο για να σώσει τους αμαρτωλούς και ο οποίος στέκεται δίπλα σε κάθε έναν που Τον έχει ανάγκη, και που αναγνωρίζει πόσο χρειάζεται τη σωτηρία.

Ο Φαρισαίος πηγαίνει και αυτός στο σπίτι του, είναι όμως λιγότερο συγχωρημένος· η δική του σχέση με τον Θεό δεν είναι η ίδια· στο κέντρο της είναι αυτός, ο Θεός κινείται στην περιφέρειά της.

Ο Φαρισαίος είναι στον πυρήνα των πραγμάτων, ο Θεός είναι υποχείριός του. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα όσα έχει κάνει δεν έχουν αξία· απλώς σημαίνει πως σε ότι τον αφορά, οι καλές του πράξεις δεν έχουν αποφέρει καρπούς αγιότητας μέσα του.

Οι πράξεις ήταν καλές, αλλά λεκιασμένες, δηλητηριασμένες από την υπερηφάνεια και την αυτό-δικαίωση· η ομορφιά τους αμαυρώθηκε, διότι αν απευθύνονταν ούτε προς τον Θεό ούτε προς τον συνάνθρωπό του, ήταν στραμμένες προς τον εαυτό του.

Και ο Κύριος μας λέει ότι η υπερηφάνεια απογύμνωσε αυτόν τον άνθρωπο, που αφαίρεσε τους καρπούς των καλών του έργων, τους καρπούς της εξωστρεφούς πιστότητάς του στον νόμο του Θεού, και ότι μόνο η ταπείνωση θα μπορούσε να είχε νοηματοδοτήσει και αυτόν και τα έργα του, μόνο αυτή θα μπορούσε να μετασχηματίσει τις πράξεις του σε ζωή, σε ύδωρ ζωής αιωνίου.

Μα τότε τίθεται ενώπιόν μας το ερώτημα: πώς μπορούμε να μάθουμε έστω κάτι για την ταπεινοφροσύνη, αν αυτή είναι ο απόλυτος όρος προκειμένου να μην έχουμε την τύχη της ξηρανθείσης συκής, αλλά να είμαστε καρποφόροι, να είμαστε η πλούσια σοδειά από την οποία θα τρέφονται οι άνθρωποι;

Δεν ξέρω πώς θα μπορούσαμε να κινηθούμε μεμιάς από την υπερηφάνεια και τη ματαιοδοξία προς την ταπείνωση· ίσως μόνο αν συμβεί κάτι τόσο τραγικό στη ζωή μας και στερηθούμε εντελώς όλα εκείνα που στήριζαν την αμαρτωλή, καταστροφική, άκαρπη κατάστασή μας.

Ένα πράγμα μπορούμε να κάνουμε: όσα χαρίσματα κι αν νομίζουμε ότι κατέχουμε, ψυχικά, διανοητικά και σωματικά, όσο γόνιμες κι αν βρίσκουμε τις πράξεις μας, να θυμόμαστε τα λόγια του αποστόλου Παύλου:

Ὤ ἄνθρωπε, τί ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες;… Και πραγματικά, απηχούν τα λόγια του Κυρίου, στον πρώτο Μακαρισμό, εκείνον που ανοίγει τη θύρα σε όλους τους άλλους Μακαρισμούς και που είναι η αρχή της κατανόησης:

«Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι» – μακάριοι όσοι κατανοούν, όχι μόνο με τη διάνοιά τους (πάντως σίγουρα τουλάχιστον μ’ αυτή) ότι δεν είναι τίποτε και δεν κατέχουν τίποτε που να μην είναι δώρο του Θεού.

Κληθήκαμε στη ζωή εκ του μηδενός, χωρίς να χρειαστεί η συμμετοχή μας:

η ίδια μας η ύπαρξη είναι ένα δώρο! Μας δόθηκε η ζωή, την οποία εμείς δεν μπορούσαμε να δημιουργήσουμε, δεν μπορούσαμε να δωρήσουμε στον εαυτό μας! Μας δόθηκε η γνώση της ύπαρξης του Θεού, καθώς και μία όντως βαθύτερη, εκ του σύνεγγυς, γνώση του Θεού – όλα δωρεάν! Και στη συνέχεια, ό,τι είμαστε είναι δικό Του δώρο: το σώμα μας, η καρδιά, η διάνοια, η ψυχή – τι εξουσία έχουμε επάνω τους, εάν ο Θεός πάψει να τα συντηρεί; Ένα εγκεφαλικό επεισόδιο αρκεί, και τη μεγαλύτερη ευφυΐα την καταπίνει το σκοτάδι. Υπάρχουν στιγμές που πρέπει να δώσουμε λίγη αγάπη και συμπάθεια και ανακαλύπτουμε ότι οι καρδιές μας είναι από πέτρα ή από πάγο… Θέλουμε να κάνουμε το καλό και δεν μπορούμε· το γνώριζε αυτό ο Απόστολος όταν έλεγε «Οὐ γὰρ ὃ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ὃ οὐ θέλω κακὸν, τοῦτο πράσσω» (Ρωμ. 7, 19). Και το σώμα μας από πόσα πράγματα εξαρτάται!

Και τι να πούμε για τις σχέσεις μας, για τη φιλία που μας προσφέρεται, την αγάπη που μας κρατά ζωντανούς, την αδελφοσύνη – ό,τι είμαστε κι ό,τι έχουμε μας έχει δοθεί. Ποια είναι η επόμενη κίνηση; Δεν είναι ευγνωμοσύνη; Αντί να στραφούμε προς τον Θεό ως Φαρισαίοι, επαινώντας τον εαυτό μας γι’ αυτό που είμαστε και ξεχνώντας ότι όλα είναι δικά Του, ας στραφούμε προς Αυτόν λέγοντας:

Ω, Κύριε, όλα αυτά είναι δώρα που προέρχονται από Σένα· όλη αυτή η ομορφιά, η ευφυΐα, η ευαίσθητη καρδιά, όλες οι συγκυρίες της ζωής είναι δώρο. Δώρο είναι ακόμη και εκείνες που μας τρομάζουν, διότι ο Θεός μας λέει:

«Σε εμπιστεύομαι αρκετά – τόσο ώστε να σε στείλω στο σκοτάδι για να φέρεις το φώς! Σε στέλνω μέσα στη διαφθορά για να γίνεις το άλας που ανακόπτει τη φθορά! Σε στέλνω εκεί που δεν υπάρχει ελπίδα, για να κομίσεις ελπίδα, εκεί που δεν υπάρχει χαρά για να γίνει πρόξενος χαράς, εκεί που δεν υπάρχει αγάπη, για να γίνεις φορέας αγάπης… Και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ’ άπειρον, βλέποντας ότι όταν μας στέλνει στο σκοτάδι, το κάνει για να μαρτυρήσουμε την παρουσία και τη ζωή του Θεού, το κάνει γιατί μας έχει εμπιστοσύνη, πιστεύει σ’ εμάς, ελπίζει για μας το καλύτερο· δεν αρκεί αυτό για να Του είμαστε ευγνώμονες;

Ευγνωμοσύνη όμως δεν είναι ένα κρύο ευχαριστώ· ευγνωμοσύνη σημαίνει ότι επιθυμούμε να Τον κάνουμε να δει πως όσα μας έδωσε δεν πήγαν χαμένα, ότι δεν ενανθρώπησε, δεν έζησε και πέθανε άδικα· ευγνωμοσύνη σημαίνει μια ζωή που θα μπορούσε να δώσει χαρά στον Θεό· να η πρόκληση της συγκεκριμένης αυτής παραβολής…

Ναι, το ιδεώδες για μας θα ήταν να είμαστε ταπεινοί -αλλά τι είναι ταπείνωση;

Ποιος από μας ξέρει, και αν ξέρει, ποιος μπορεί να το μεταφέρει σ’ εκείνον που δεν ξέρει;

Την ευγνωμοσύνη όμως όλοι τη γνωρίζουμε· γνωρίζουμε μικρούς τρόπους, και μικρές πτυχές της!

Ας στοχαστούμε πάνω σ’ αυτή και, μέσα σε μια πράξη ευγνωμοσύνης, ας αναγνωρίσουμε ότι δεν έχουμε δικαίωμα να βρισκόμαστε στον χώρο του Θεού – κι όμως Εκείνος μας επιτρέπει να εισέλθουμε!

Δεν έχουμε δικαίωμα να επικοινωνούμε μαζί Του, ούτε με την προσευχή ούτε με το Μυστήριο – κι όμως Εκείνος μας καλεί σε κοινωνία! Δεν έχουμε δικαίωμα να είμαστε παιδιά Του, να είμαστε αδελφοί και αδελφές του Χριστού, να είμαστε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος – κι όμως Εκείνος, με μια κίνηση αγάπης, μας τα παραχωρεί όλα!

Ας αναλογιστεί ο καθένας μας κι ας αναρωτηθεί: με ποιον τρόπο μπορώ να Του είμαι ευγνώμων, έτσι ώστε ο Θεός να ευφραίνεται ότι δεν μας γέμισε με τα δώρα Του μάταια, δεν ενανθρώπησε και πέθανε για μας άδικα, ότι το μήνυμα το έχουμε λάβει. Κι όταν η ευγνωμοσύνη σας βαθύνει, εκεί στο βάθος της, θα συντριβούμε, θα λατρεύσουμε τον Κύριο και θα μάθουμε τι ακριβώς είναι η ταπείνωση – δεν είναι υποβάθμιση αλλά λατρεία, επίγνωση ότι Αυτός είναι όλα όσα έχουμε και ό,τι είμαστε και ότι εμείς είμαστε ανοιχτοί απέναντί Του, όπως η εύφορη γη είναι έτοιμη να δεχτεί το αλέτρι, τη σπορά, το ηλιοφώς, τη βροχή, το καθετί που θα φέρει καρποφορία.

 Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1990.

Anthony Bloom, Στο φως της κρίσης του Θεού: Πορεία από το Τριώδιο στην Ανάσταση, 1η έκδοση, εκδ. Εν πλω, Αθήνα, 2009