Μενού
''Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής....''

ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ αὐτὸ τοῦ Δωδεκαημέρου ἔχουμε συνεχῶς ἑορτές. Στὶς 25 Δεκεμβρίου ἑορτάσαμε τα Χριστούγεννα, στὶς 26 την Σύναξη τῆς Θεοτόκου, στὶς 27 τὴ μνήμη τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφανου. Σήμερα, 29 Δεκεμβρίου, ἑορτάζουμε τὴ μνήμη τῶν 14.000 νηπίων ποὺ σφάγιασε ὁ Ἡρώδης. Γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ θέλω νὰ σᾶς μιλήσω. 

Ὁ Κύριός μας, ὡς Θεὸς ποὺ ἦταν, μποροῦσε νὰ ἔρθει καὶ νὰ ἐμφανιστεῖ στὸν κόσμο σὲ ἡλικία ὥριμη. Μὴ σᾶς φαίνεται αὐτὸ παράξενο· ἂν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ, ἐμφανίσθηκε σὲ μεγάλη ἡλικία, πολὺ περισσότερο ὃ Χριστός, ποὺ ἔπλασε τὸν Ἀδάμ, μποροῦσε νὰ ἐμφανιστεῖ σὲ ὅποια ἡλικία ἤθελε. Ἐν τούτοις γεννήθηκε ὡς βρέφος. Γεννήθηκε ὡς βρέφος, γιὰ νὰ τίμηση τὰ βρέφη. Ποιὸς φανταζόταν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ βρέφος εἶναι ὁ παγκόσμιος βασιλεύς! 

Ἀφανὴς ἦταν ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ στοὺς μεγάλους. Σὲ λίγη ἀπόσταση ἀπὸ τὴ Βηθλεὲμ ἦταν τὰ ἀνάκτορα τοῦ Ἡρώδη. Τί θὰ ‘καναν ἄραγε ἐκείνη τὴ νύχτα στὸ παλάτι; Θὰ γλεντοῦσαν, θὰ διασκέδαζαν, καμιὰ ἰδέα τοῦ μεγάλου μυστηρίου δὲν εἶχαν. Ἀνάξιος ὁ Ἡρώδης νὰ μάθη τὴν εἴδηση, ἔκανε τότε τὸ πρῶτο… ρεβεγιὸν (ὅπως πολλοὶ σήμερα κάνουν Χριστουγεννα χωρὶς Χριστό). Ο Χριστὸς δὲν εἰδοποίησε τὸν Ἡρώδη καὶ τοὺς ἄλλους μεγάλους· εἰδοποίησε τοὺς βοσκούς, τοὺς μικροὺς καὶ καταφρονεμένους. Κ’ ἐνῶ δὲν ἀντελήφθη τὴν θεία Γέννηση ὁ Ἡρώδης ποὺ ἦταν τόσο κοντά, τὸ γεγονὸς ἀποκαλύφθηκε σὲ ἄλλες ἐκλεκτὲς ψυχὲς ποὺ κατοικοῦσαν πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἁγία γῆ. Γνώρισε τὸ μυστήριο στοὺς μάγους τῆς Περσίας, ποὺ ἦταν ἐπιστήμονες ἀστρονόμοι, μεγάλες διάνοιες. Αὐτοὶ εἶδαν στὸν οὐρανὸ τὸ λαμπρὸ ἀστέρι, φόρτωσαν τὶς καμῆλες δῶρα, περπάτησαν μέρες καὶ νύχτες, καὶ τέλος ἦρθαν καὶ προσκύνησαν τὸν Κύριο στὴ Βηθλεέμ.

Φωτο ἀπο αυτό το ἄρθρο, γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῶν Χριστουγέννων

Πονηρὸς ὅμως ὁ Ἡρώδης. Ὅταν προηγουμένως ἔμαθε πὼς ἦρθαν στὰ Ἱεροσόλυμα οἱ μάγοι, τοὺς κάλεσε καὶ κρύβοντας τὸ σκοπὸ τοῦ τοὺς εἶπε, μόλις βροῦν τὸ νέο βασιλέα, νὰ τὸν εἰδοποιήσουν νὰ πάει κι αὐτὸς νὰ τὸν προσκύνηση. Ἀλλὰ οἱ μάγοι εἰδοποιήθηκαν νὰ φύγουν χωρὶς νὰ περάσουν ἀπὸ τὸν Ἡρώδη. Κι αὐτός, ὅταν κατάλαβε πὼς τὸν γέλασαν, «ἐθυμώθη λίαν», θύμωσε πολὺ (Ματθ. 2,16). 

Ἦταν ἀνόητος. Φοβήθηκε πῶς θὰ χάση τὴ βασιλεία; Ἦταν ὅμως ἤδη τότε γέρος· μέχρι νὰ μεγαλώσει ὁ νεογέννητος Χριστός, νὰ γίνη εἴκοσι χρονῶν, αὐτὸς θὰ πέθαινε, θὰ ἕλιωναν καὶ τὰ κόκαλά του. Ἀνόητος ἐπίσης, γιατί ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ὅπως οἱ ἄλλες ποὺ στηρίζονται στὴ βία καὶ τὰ ὅπλα. Ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει βία. Ὁ θρόνος τῆς εἶναι στὶς καρδιές, εἶναι βασιλεία αἰώνιος της ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκ. 1,33· Σύμβολο τῆς πίστεως). 

Ὁ Ἡρώδης, μοχθηρὰ ψυχή, ἔπνιξε μὲ τὰ χέρια τοῦ τὴν πρώτη του γυναίκα, σκότωσε τὸν κουνιάδο του καὶ πολλοὺς ἄλλους, σκότωσε ἀκόμη καὶ τὰ παιδιά του, γιὰ νὰ μὴν τοῦ πάρουν τὴν ἐξουσία. Γι’ αὐτὸ ἦταν λαομίσητος. 

Ἀλλὰ τώρα ἔφτασε στὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα. Ἔγινε σφαγεὺς 14.000 νηπίων, πιστεύοντας ὅτι μέσα σ’ αὐτὰ θὰ εἶναι καὶ ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου. Ἀπέτυχε ὅμως τὸ σχέδιό του. Ἕνας ἄγγελος εἰδοποίησε τοὺς μάγους νὰ φύγουν ἀπὸ ἄλλο δρόμο στὴν πατρίδα τους, κ’ ἕνας ἄλλος τὸν δίκαιο Ἰωσὴφ νὰ φυγὴ στὴν Αἴγυπτο. Έτσι ὁ Χριστὸς ἔγινε ὀ πρῶτος πρόσφυγας. 

Θυμωμένος ὁ Ἡρώδης διέταξε στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα νὰ θερίσουν τὴν περιοχὴ τῆς Βηθλεέμ. Ὅπως ἡ ἀλεποῦ μπαίνει στὰ κοτέτσια, ὅπως τὸ τσακάλι ἀνοίγει τοὺς τάφους, ὅπως ὁ λύκος ὁρμᾶ στὰ μαντριά, ἔτσι οἱ στρατιῶτες ἔμπαιναν στὰ σπίτια. Ἅρπαζαν τὰ βρέφη ἀπὸ τὶς ἀγκαλιὲς τῶν μανάδων, ποὺ θρηνοῦσαν, καὶ τὰ ἔσφαζαν μπροστά τους.

Η σφαγὴ τῶν νηπίων. Ἀπο εδῶ, ὅπου ὁ παρακλητικὸς κανόνας (προσευχὴ) πρὸς αὐτὰ

Ἄδικος ὁ Θεός! θὰ πεῖ κάποιος αὐθάδης. Δὲν ἔστελνε ἕνα ἀστροπελέκι νὰ κάψει τὸν Ἡρώδη καὶ τὸ στρατό του;… 

Ἀπαντῶ. Τα παιδιὰ αὐτὰ εἶναι μακάρια [=εὐτυχισμένα, εὐλογημένα]. Κι ὅσοι γονεῖς εἴχατε παιδάκια καὶ πέθαναν μικρά, μὴν τὰ κλαῖτε. Να κλαῖτε ἐκεῖνο τὸ γέρο, ποὺ ἔφαγε τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν κουτάλα ἀμετανόητος καὶ θὰ κάνη βουτιάστην κόλαση. 

—Μα τὰ 14.000 νήπια ἦταν ἀβάπτιστα… 

Ὄχι, βαπτίστηκαν. Πῶς; Υπάρχουν δύο εἴδη βαπτίσματος: τὸ ἕνα στὸ νερὸ καὶ τὸ ἄλλο στὸ αἷμα. Τὰ νήπια της Βηθλεὲμ βαπτίστηκαν στὴν κολυμβήθρα τοῦ αἵματος κ’ εἶναι τώρα ἄγγελοι. Μακάρι νὰ ἤμασταν κ’ ἐμεῖς ἀνάμεσα σ’ αὐτά. Εγώ, ἁμαρτωλὸς ὅπως εἶμαι, ἐπιθυμοῦσα νὰ εἶμαι ἕνα ἀπὸ ‘κείνα τὰ νήπια, ἀθῶος ν’ ἀνεβῶ στὸν οὐρανό. Τώρα τί κάνουμε; Περνοῦν τὰ χρόνια καὶ φορτωνόμαστε νέα ἁμαρτήματα. Μακάρια λοιπὸν αὐτὰ τὰ παιδιά, οἱ μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, ποῦ μαζὶ μὲ τὸν πρωτομάρτυρα Στέφανο βρίσκονται στοὺς οὐρανούς. 

Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Καντιώτη

πηγή by agioreitis

εικόνα: vimaorthodoxias.gr